Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ - ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ




ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ - ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

Ιστορία της Μονής


Η Ιστορία του Προσκυνήματος της Αναλήψεως


Όπως διαβάζουμε στην Καινή Διαθήκη, ο Κύριος 40 μέρες μετά την Ανάστασή Του, περπατώντας μαζί με τους Αποστόλους, έφθασε στην κορυφή του Όρους των Ελαιών, τους ευλόγησε και ευλογώντας τους Ανελήφθη. Στο τελευταίο σημείο στο οποίο πάτησαν τα Άγια πόδια Του, έμειναν δύο ίχνη πάνω στην πέτρα (πράγμα το οποίο φυσικά ήταν θαύμα). Το σημείο αυτό ήταν γνωστό στους Χριστιανούς, και όταν ήρθε η Αγία Ελένη στην Αγία Γη, έχτισε το έτος 327 μία μεγάλη εκκλησία στο ακριβές σημείο της Αναλήψεως. Αργότερα, το έτος 614, έγινε η επιδρομή των Περσών, οπότε κατεστράφησαν σχεδόν όλοι οι ναοί, και δυστυχώς και η εκκλησία της Αγίας Ελένης στο σημείο της Αναλήψεως. Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, το έτος 636, πριν το Πατριαρχείο βρει τον χρόνο να ανοικοδομήσει τις κατεστραμμένες εκκλησίες, ήρθαν οι Μουσουλμάνοι και το μέρος πέρασε στην κατοχή τους. Μετά από λίγους αιώνες, στο σημείο της Αναλήψεως χτίστηκε ένα τζαμί, το οποίο και χρησιμοποιήθηκε για μερικά χρόνια. Στην συνέχεια, οι Μουσουλμάνοι σταμάτησαν να χρησιμοποιούν το χώρο σαν τζαμί, τον άνοιξαν για τους προσκυνητές καθιερώνοντας εισιτήριο, και από τότε οι Χριστιανοί μπορούσαν να επισκέπτονται το πραγματικό σημείο της Αναλήψεως χωρίς πρόβλημα.

Ο ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ Π. ΙΩΑΚΕΙΜ ΑΠΟ ΤΗ ΧΙΟ .ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΠΟΥ ΚΡΑΤΑΕΙ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΓΙΑ ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ. . .



Η Ιστορία της Ελληνορθόδοξης Μονής Αναλήψεως



Από την στιγμή που ο τόπος από τον οποίο ο Κύριος Ανελήφθη έγινε προσιτός στους Χριστιανούς προσκυνητές, το Πατριαρχείο αποφάσισε να αγοράσει ένα κτήμα στην περιοχή, για να μπορέσει να υπάρξει κοντά στο σημείο της Αναλήψεως μία εκκλησία. 'Οντως, το έτος 1845, ο Πατριάρχης Κύριλλος αγόρασε μία έκταση 12 στρεμμάτων, ακριβώς απέναντι από τον τόπο της Αναλήψεως, με προοπτική να χτισθεί εκεί Ιερός Ναός και Μοναστήρι. Λίγα χρόνια αργότερα, στις αρχές του 20ου αιώνα, το Πατριαρχείο έστειλε στο κτήμα τον Αρχιμανδρίτη Μάρκο, ο οποίος ζήτησε από τους Τούρκους (που την εποχή εκείνη ήσαν οι κατακτητές των Αγίων Τόπων), άδεια να χτίσει εκεί Ναό. Οι Τούρκοι δυστυχώς δεν του έδωσαν άδεια, το μόνο το οποίο του επέτρεψαν ήταν να χτίσει ένα σπίτι για να κατοικήσει. Το έτος 1987, ο Πατριάρχης Διόδωρος έστειλε στο ίδιο μέρος τον Αρχιμανδρίτη Ιωακείμ, για να επιχειρήσει και αυτός να οικοδομήσει εκεί Ναό και Μοναστήρι. Όταν ανέλαβε το μέρος, ζήτησε για τον σκοπό αυτό άδεια από την Εβραϊκή πολεοδομία, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τότε αποφάσισε να αρχίσει να μαζεύει χρήματα από τους προσκυνητές, και στην συνέχεια να χτίσει την εκκλησία, ελπίζοντας ότι στην πορεία η πολεοδομία θα του έδινε άδεια, κάτι το οποίο ουδέποτε συνέβη. Στο τέλος, έχτισε μία μεγάλη εκκλησία και ένα μικρό υπόγειο κάτω απ' αυτήν (το οποίο επίσης προοριζόταν για εκκλησία), χωρίς άδεια.



Όταν η εκκλησία χτίστηκε, η πολεοδομία έστειλε δύο μπουλντόζες για να την κατεδαφίσουν. Επειδή οι μαρτυρίες για τα συμβάντα δεν συνέπιπταν επακριβώς, το Φθινόπωρο του έτους 2016 έγινε μία συστηματική έρευνα για την εξακρίβωση των γεγονότων όπως ακριβώς συνέβησαν. Κατόπιν αυτής της έρευνας συμπεράναμε ότι τα γεγονότα συνέβησαν ως εξής: Στο ταβάνι του υπογείου που επρόκειτο και αυτό να γίνει Ναός, ο Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ είχε τοποθετήσει προσωρινά μία στρογγυλή εικόνα του Παντοκράτορα Κυρίου. Πριν από την κατεδάφιση οι υπάλληλοι της πολεοδομίας, προφανώς για να μην φανεί ότι κατεδαφίζουν εκκλησία, άρχισαν να αφαιρούν από τον υπόγειο Ναό κάθε τι που υπήρχε μέσα . Τότε επενέβη ο Μακαριστός σήμερα Μοναχός Πέτρος, ο οποίος μη θέλοντας να τους αφήσει να αγγίξουν τα Ιερά Σκεύη και τις Εικόνες, τα μάζεψε μόνος του και τα τοποθέτησε πίσω από το Ιερό του μεγάλου Ναού. 


Έπειτα κατέβασε μόνος του την εικόνα του Παντοκράτορος, την οποία δεν ήθελε να αποχωριστεί, και τελικά, όταν θέλησαν να τον συλλάβουν γιατί βρισκόταν στο χώρο που γινόταν η κατεδάφιση, την τοποθέτησε και αυτή στο ίδιο μέρος (μαζί με τις άλλες Εικόνες και τα Ιερά Σκεύη). Στη συνέχεια οι δύο μπουλντόζες κατεδάφισαν τον μεγάλο Ναό, και όταν ολοκήρωσαν την κατεδάφισή του, πράγμα το οποίο έγινε μέσα σε λίγες ώρες, συνέβη κάτι παράδοξο. Την ώρα που η μία από τις δύο μπουλντόζες άρχισε να σπάει το δάπεδο της εκκλησίας, το οποίο ήταν και το ταβάνι του υπογείου που προοριζόταν και αυτό για Ναός, η στρογγυλή εικόνα του Παντοκράτορος Κυρίου, που όπως αναφέραμε βρισκόταν πίσω από το Άγιο Βήμα του κατεδαφισμένου πλέον μεγάλου Ναού, κύλησε μόνη της και σταμάτησε όρθια μπροστά στη μπουλντόζα.


Εκείνη ακριβώς την στιγμή η μπουλντόζα ακινητοποιήθηκε, γιατί αφ’ ενός μία κολώνα έπεσε και κατέστρεψε τον βραχίονά της, παράλληλα το ατσάλινο σφυρί της (αυτό που σπάει τις πέτρες, το λεγόμενο βελόνι) έσπασε, οπότε η κατεδάφιση του υπογείου εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε πλέον να συνεχιστεί, και οι δύο μπουλντόζες έφυγαν χωρίς να γυρίσουν ποτέ ξανά. Έτσι, το υπόγειο που προοριζόταν για εκκλησία σώθηκε θαυματουργικά. Αυτό συνέβη τον Ιούλιο του έτους 1992.



Ο Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ διαμαρτυρήθηκε έντονα για την κατεδάφιση του μεγάλου Ναού, και από την στιγμή εκείνη άρχισε να χρησιμοποιεί για Ναό το υπόγειο που είχε διασωθεί από Θεία επέμβαση. Τρία χρόνια αργότερα, το έτος 1995, δύο άτομα ήρθαν να τον σκοτώσουν, αλλά τελικά σκοτώθηκε η μητέρα του Αναστασία, ενώ ο ίδιος σώθηκε με ελαφρά τραύματα. Το έτος 2009, ο Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ έφυγε από την ζωή, την ημέρα της εορτής της Αναλήψεως. Τότε ο Πατριάρχης Θεόφιλος έστειλε στη θέση του τον Μοναχό Αχίλλιο.



Η στρογγυλή εικόνα του Παντοκράτορος Κυρίου, που όπως αναφέραμε βρισκόταν πίσω από το Άγιο Βήμα του κατεδαφισμένου πλέον μεγάλου Ναού, κύλησε μόνη της και σταμάτησε όρθια μπροστά στη μπουλντόζα.




το σημείο της Αναλήψεως του Κυρίου. Στα δεξιά του δρόμου βρίσκεται Ναός της Αναλήψεως και στα αριστερά το ακριβές σημείο, από όπου ανελήφθη ο Κύριος στους ουρανούς. Φαίνεται πάνω στην πέτρα η πατημασιά του ενός ποδιού του Χριστού. Ένα κομμάτι πέτρας με το άλλο πάτημα βρίσκεται στο Ναό της Αγίας Θέκλας στο Πατριαρχεῖο.





Εδω μεσα , μπροστα ειναι το σημείο της Αναλήψεως του Κυρίου. Στα δεξιά του δρόμου βρίσκεται Ναός της Αναλήψεως και στα αριστερά το ακριβές σημείο, από όπου ανελήφθη ο Κύριος στους ουρανούς. Φαίνεται πάνω στην πέτρα η πατημασιά του ενός ποδιού του Χριστού. Ένα κομμάτι πέτρας με το άλλο πάτημα βρίσκεται στο Ναό της Αγίας Θέκλας στο Πατριαρχεῖο.












ΣΠΑΝΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΓΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ ΑΡΙΖΟΝΙΤΗΣ ΕΥΛΟΓΕΙ ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ


ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ.


Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

ΠΑΣΧΑΛΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ


Τα βήματά μου στους Αγίους Τόπους ΑΛΑΤΑΡΗ-ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΥ ΑΔΑΜΑΝΤΙΑ


Η ΚΟΡΙΝΑ Η ΝΤΡΕΣ Η ΝΟΣΗΛΕΥΤΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ. ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. Ι.Μ. ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.





Ή Κορίνα ή Ντρές, ή νοσηλεύτρια του βουνού καί τής στάνης


Καταγόταν από τό ένδοξο Μεσολόγγι. Υπηρέτησε
ως εθελόντρια αδελφή στον πόλεμο τού ’40 κι έπειτα νοσοκόμος στα ψηλά βουνά τής Ευρυτανίας, από χίλια μέτρα κι απάνω, μέχρι τό τέλος τής θητείας της. Στά ψηλά βουνά, πού, όταν πλακώσει ό χειμώνας, σε διώχνουν,
σου λέγουν: «Αφήστε μας μόνα να παλέψουμε με τά χιόνια
καί τις καταιγίδες κι ελάτε πάλι τήν άνοιξη κοντά μας». ’Ήτανε κι αυτή ή ψυχή σάν τούς ξεχασμένους ιεροκήρυκες τής υπαίθρου, πού κανείς δεν τήν σκέφθηκε, όταν μεγάλωσε, να την κατεβάσει στά πεδινά. Φτωχή κι ανυπεράσπιστη από τούς μεγάλους, διακόνησε τήν Δομνίστα, τό Κρίκελλο καί τό Καρπενήσι αγόγγυστα όλη τήν τριακοπενταετία. Οσάκις βλέπω προτομή αδελφής νοσοκόμας, ενθυμούμαι τήν Κορίνα με τά ακουστικά, τό πιεσόμετρο καί τήν σύριγγα να γυρίζει μες στά χιόνια καί τις κακοκαιρίες από καλύβα σε καλύβα, να νοσηλεύση τον γέρο, τον ανήμπορο.

Ολοι οί άνθρωποι γιά τήν Κορίνα είχανε μόνον ένα όνομα: «ό χρυσός» καί «ή χρυσή». Με αύτήν τήν τρυφερή προσφώνηση καί τήν εύσπλαγχνική έκφραση ό ορεσίβιος ξυλοκόπος καί βοσκός είσήρχετο στο ιατρείο θηρίο καί έξήρχετο απριλιάτικο αρνάκι. Με τον καλό τρόπο καί τούς χαμηλούς
τόνους ήταν πάντα ό κούκος πού έφερνε τήν άνοιξη στις πληγωμένες ψυχές. 
Μέ τον ήμερο τρόπο της καί τα γουστόζικα ανέκδοτά της ησύχαζε τον αγριεμένο, παρηγορούσε τον παραπονεμένο, γινόταν ό πνευματικός του χωρίου, ό κυματοθραύστης στις φουρτούνες τής οικογένειας. Οί άνθρωποι, μακριά από τον κόσμο, από τους ανθρώπους, παρηγοριά ήθελαν, κάπου ν’ ακουμπήσουν τις τυραγνίες τους. Και αυτή ήταν
ή Κορώνα, «ή γιάτρισσα» όπως την έλεγαν. Και δεν χρειαζόταν πολύς κόπος να την βρεις. Δυο δρόμους ήξερε: τού ιατρείου καί τής εκκλησίας. Ό πόνος είναι ό δρόμος πού οδηγεί στον Θεό. Μακάριος είναι ό νοσηλευτής καί θεραπευτής πού βοηθά αυτήν την ώρα τό πλανώμενο πρόβατο.

Ή Κορίνα δεν ήξερε μήτε να ψάλλη μήτε να διαβάζη τά γράμματα τής Εκκλησίας. Άλλ’ ήξερε πολύ καλά να τά άκούη καί να τά παρακολουθή. Δεν έλειπε από καμία ακολουθία. Ήταν, όπως την χαρακτήριζε κάποιος, τό μανάλι της εκκλησίας, πού δεν ψάλλει, δεν διαβάζει, αλλά φέγγει μέ την παρουσία του. Στην ιερά μονή τού Προυσού πού διακονούσαμε ήταν μόνιμη μυροφόρα στις μεγάλες γιορτές. Ερχόταν από την ορεινή Δομνίστα φορτωμένη δώρα, σαν να ερχόταν από τις μεγάλες αγορές του κόσμου, για να συνεορτάσουμε.

Ή έξομολόγησή της ήταν πάντα καθαρή και διαυγής, όπως
ήταν και ή ψυχή της. 'Αγνή κόρη, άκατηγόρητη.

Αυτή ή ψηλή δενδρολιβανιά δεν άφηνε σε κανέναν υπόνοιες αμαρτίας. Πορεύθηκε σαν Άγγελος μέσα στο δύσκολο διακόνημα τής νοσοκόμας. Άπ’ όπου πέρασε άφησε τήν μαρτυρία του ανθρώπου του Θεού. Ποτέ δέν ήρθε σέ ρήξη μέ κανένα, γιατί ποτέ δέν χρησιμοποίησε τό δικαίωμα.

Στήν διαθήκη της θυμήθηκε τους αδελφούς τής μονής Δοχειαρίου κι άφησε δέκα χιλιάδες δραχμές για τα μνημόσυνά της.

’Άς είναι αιώνια ή μνήμη της στήν θύμηση τού Θεού. Μάς
δίδαξε τήν αυτοθυσία καί τήν ταπεινή αξιοπρέπεια. Τα παράπονά της ήταν όμορφα. Καμάρωνα να τα ακούω. Τήν ευχαριστώ.




ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. 



ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.
                          

Ο ΓΕΡΟ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ.Είπα: «Αυτός είναι αληθινή εκκλησιά!». ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. Ι ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.






Ό γέρο-Άναστάσης

Κατήγετο από τα Δολιανά τής Εύρυτανίας, τα όποια εύρίσκοντο πίσω από τό Μεγάλο Χωριό. Για να φθάσης εκεί, έπρεπε να ξεκινήσεις από τό Μεγάλο
Χωριό, να ανηφορίσεις τήν υψηλή κορυφή τής Τσούκας καί να
κατέβης στήν πλαγιά του βουνού. Εκεί στα υψηλά πεζούλια
σκαρφάλωσαν οί πρόγονοί μας γιά τον φόβο τού κατακτητού. Σήμερα μπορεί νά μήν ύπάρχη κανένας κάτοικος. Σ’ αυτό τό ερημικό λημέρι μπορεί καί νά μή πάτησε κατακτητής, άλλ’ ό διάβολος καί πάτησε καί ενθρονίστηκε. Καθώς μου διηγείτο ό μπαρμπ’-Άναστάσης:
- Μιά γυναίκα καταγινότανε με τά μάγια. Ερχόντουσαν πολλοί από μακριά νά καταστρέψουν τον συνάνθρωπό τους.

Τήν νύχτα, πού ασχολείτο με τά δαιμονικά της έργα, ακούγονταν τόσο δυνατοί κρότοι, πού νομίζαμε πώς κατρακυλούν τά βουνά καί θά πέσουνε νά μάς πλακώσουν. Δεν κοιμόμαστε εκείνο τό βράδυ καί δεν μιλούσαμε ό ένας στον άλλον. Κι όταν έφυγε τό ’44 ανταρτόπληκτη από τό χωριό γιά τό Παναιτώλιο, δεν ήσύχασε ό τόπος. Οί πειρασμοί έμειναν νά μας έκφοβίζουν, μέχρι πού παρακαλέσαμε τον μακαριστό μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Εύρυτανίας Χριστοφόρο Άλεξανδρόπουλο. Μάς διάβασε έξορκισμούς καί έτσι ήσυχάσαμε. Ό τόπος μας είναι γιά άσκητήρι των μοναχών καί όχι γιά τέτοια φοβερά πράγματα.

Τον γέρο-Άναστάση τον γνώρισα τό ’75. Πλησίαζε τα ογδόντα. Ελαφρά κυρτωμένος, άλλα τό πρόσωπο φωτεινό, γλυκύ, χαριτωμένο καί καθαρό σαν του μικρού παιδιού. Τα μάτια γαλανά, λαμπερά όπως οί φεγγίτες τής φωτισμένης εκκλησίας μέσα στο βαθύ σκοτάδι τής νύχτας. Μόλις τον αντίκρισα, ένιωσα θεία έλξη. Είπα: «Αυτός είναι αληθινή εκκλησιά!». Τό πρόσωπό του μου φάνηκε σαν φωτισμένος ναός στο χωριό την νύχτα των Χριστουγέννων, όταν δεν υπήρχε ό πολιτισμός τού ρεύματος. Άρχισα να βάνω λογισμό πώς θά τον έβλεπα ιδιαιτέρως. Δεν χρειάστηκε. Μόνος του ήρθε καί ζήτησε εξομολόγηση. Δεν νομίζω πώς ή χαρά μου ήτανε λιγώτερη από την δική του πού θά εξομολογείτο. Άν καί εκείνη την περίοδο μιά βαρειά ύπερκόπωση δεν μού έπέτρεπε νά εξομολογώ, πασίχαρης δέχτηκα, γιατί πίστευα πώς άνώγαιο έστρωμένο θά βρώ την ψυχή του. Σεβαστικά μού εξιστόρησε την ζωή του. Έβλεπε έγγύς τό τέλος του καί επιθυμούσε γενική καί τελική εξομολόγηση νά κάνη.

-     Πού λές, Γέροντά μου, όταν προσήγγιζα τήν εφηβεία, πέρασε ένας μοναχός από τό χωριό μας. Είχε ντορβά στην πλάτη καί κρατούσε ραβδί στο χέρι. Θύμιζε πατρο-Κοσμά.

Τό βράδυ ό πατέρας μου τον πήρε στο σπίτι. Τό δωμάτιό μου
από του Γέροντα τό χώριζε ένας τσατμάς. Αφού γύρισε ή νύχτα, άκουσα ψαλμωδία καί ανάγνωση τής εκκλησίας. Σηκώθηκα αθόρυβα. Έφθασα στην πόρτα του. Από μια σχισμή τού ξύλου είδα τον μοναχό πότε να διαβάζη, πότε να μετανίζη καί άλλοτε να ψάλλη. Δέν μπορώ να σου προσδιορίσω
πόση ώρα έμεινα θεατής άθεάτων πραγμάτων μπορεί υπέρ
τάς δύο. Αφού ξημέρωσε ο Θεός, ή μάννα στον σοφρά ετοίμασε πρωινό. Κάθισα δίπλα του.
-       Πάτερ, πώς βρεθήκατε στο χωριό;
-       Κηρύττω τον Χριστόν.
-       Τήν νύχτα κάνατε μόνος Λειτουργία;
-’Όχι, καλό μου παιδί- είναι ακολουθία τού ’Όρθρου καί ό προσωπικός μου κανόνας.
-       Αυτά μπορώ να τα κάνω κι εγώ πού είμαι λαϊκός;
-       Κάθε άνθρωπος, κληρικός καί λαϊκός.
-       Βιβλία όμως δέν έχω.
-       Θα σου αφήσω τα δικά μου.
Άνοιξε τον ντορβά του. Έβγαλε πρώτα αντίδωρο καί αγιασμό.
-       Αυτά θά τά παίρνης κάθε πρωί.Άν σου συμβή ζημιά τήν νύχτα, τήν άλλη μέρα.
Έπειτα έβγαλε καί τά βιβλία. Πόση χαρά πήρα. Σάν νά έβλεπα τον κόσμο ολόκληρο. Άνοιξε τό Ωρολόγιο καί μου έδειξε τό Μεσονυκτικό καί τά υπόλοιπα βιβλία γιά τον ’Όρθρο καί τον Εσπερινό. Έμεινε λίγες μέρες κοντά μας καί, αφού μου άφησε τά πάντα, καί τον ίδιο τον ντορβά του, έφυγε χωρίς ποτέ νά τον ματαδώ. Από τότε μέχρι αύτήν τήν ώρα ποτέ δέν
παρέλειψα τής Εκκλησίας τά γράμματα. Θεόσταλτος ήταν ό καλόγερος. 'Όταν τον βάζω στον νου μου, πλημμυρίζει ή καρδιά μου ευχαριστία πρώτα για τον Θεό και έπειτα για τον ευλογημένο άνθρωπο. Οί άνθρωποι έλεγαν μεταξύ τους:
-       Τί θέλει ό καλόγερος;
-       Τον Χριστό κηρύττει.
Αληθινά σ’ εμένα έδειξε τον δρόμο του Χριστού.
-'Όταν διάβαζες την ακολουθία, ή γυναίκα σου παρευρίσκετο;
-       ’Όχι πάντα. Σηκωνότανε μαζί μου, άλλα πάντα με τίς
μικροδουλειές (ν’ άνάψη φωτιά, να έτοιμάση φαγητό) έχανε τα περισσότερα γράμματα.
-       Σου έφερνε δυσκολίες;
-       Παραμικρά πράγματα.
-       Πώς ένιωθες την ώρα τής ακολουθίας;

-       Πάτερ Γρηγόριε, μέσα στήν απόλυτη σιγή τής νύχτας δοκίμαζα τόση γαλήνη καί ειρήνη σαν νά ’μουνα στον παράδεισο καί όλη την ημέρα στήν ερημιά που καλλιεργούσα 
τά κτήματά μου είχα τήν αίσθηση πώς φρουροί με περιέβαλλαν. ’Άλλοτε, αν είχα βιαστή ή κάποια γράμματα παραλείψει, ένιωθα μικρότερη τήν παρεμβολή.
Ήρθε ακόμη μερικές φορές στο μοναστήρι. Αφού έμεινε μόνος του -ή συντρόφισσά του έκοιμήθη, οί δικοί του πήραν τον δρόμο τής ξενιτειάς, τά γηρατειά κατέφθασαν βεβαρημένα- αποφάσισε τήν ζωή τού γηροκομείου. Προτού φύγη για τό «μεγάλο χωριό» τής Αττικής, τό μοναδικό πράγμα πού
τού είχε άπομείνει από τήν ποιμενική του ζωή ήτανε μιά γίδα. Τήν πήρε από τά Δολιανά καί τήν έφερε στο μοναστήρι. περπατώντας τρεις περίπου μέρες. Κάθιδρος μού τήν παρέδωσε στήν πύλη τού μοναστηριού.

-       Γέροντα, μικρά παρηγοριά στήν αρρώστια τού ζαχάρου.


Δάγκωσα τήν γλώσσα μου νά μή τού πώ πώς ποτέ δέν πίνω γάλα.
Χρόνια πέρασαν από τότε. Άσπρισα. Καί ζω, χωρίς να
ξεχνώ τον μπαρμπ’-Άναστάση με τήν γίδα του στην πύλη
τής Μονής. Τό ιλαρό του πρόσωπο μου δίδαξε πολλά. Τότε
θυμήθηκα τα λόγια τής γερόντισσας Εύσεβίας τής Άλαχούζαινας: «Ένα μάτι μου έμεινε από τις επεμβάσεις, για να βλέπω τα πρόσωπα των ανθρώπων καί να δοξάζω τον Θεόν».



ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. 


ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.